ΣΠΑΘΑΣΚΙΑ : ΑΠΟ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΠΠΟ
|
Έλλην Ιππέας του 1940 με Σπάθη Μ1887
|
Καμία έφιππη Πολεμική Τέχνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ολοκληρωμένη για έναν Ιππέα ο οποίος στερείται της ικανότητος του εφίππως σπαθίζειν!
Ο, εφίππως, χειρισμός της Σπάθης δεν σημαίνει, απλώς, την ικανότητα του Ιππέως για μάχη, αλλά την προϋπόθεση εξαιρετικής ισορροπίας κατά το ιππεύειν, λόγω του ότι κάθε κίνηση της Σπάθης διαμορφώνει για τον Ιππέα νέα κατάσταση ισορροπίας υποχρεώνοντάς τον σε συνεχή ευστάθεια.
Η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΦΙΠΠΟΤΟΞΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στην διαρκή προσπάθειά της να παραγάγει ικανούς Ιππείς, ξεκινά ένα ειδικό Πρόγραμμα Παραδοσιακής Σπαθασκίας για όλα τα Μέλη της Ελληνικής Ομάδος Έφιππης Τοξοβολίας "ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ KASSAI" προκειμένου να κατακτήσουν την υψηλή, αυτή, Τέχνη η οποία, εκτός της ιππικής ευσταθείας και του μαχητικού πλεονεκτήματος, προσφέρει και το σοβαρό πλεονέκτημα της υψηλής αυτοσυγκεντρώσεως και αναπτύξεως των ανακλαστικών σε όποιον την κατέχει.
|
O Δάσκαλός μας Emanuele Argento γεννήθηκε στη Ρώμη (Ιταλία). Σπούδασε Μαθηματικά και Επιστήμη των Υπολογιστών στη Ρώμη και στο Βερολίνο και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Ινδιαναπόλεως. Κατέχει Master στην Επιστήμη των Υπολογιστών. Εργάσθηκε τρία χρόνια στην Hewlett-Packard International ως σύμβουλος και επικεφαλής προγράμματος του τομέως της ασφαλείας δικτύων. Αφιέρωσε 25 χρόνια στη σπουδή Ανατολικών και Δυτικών Πολεμικών Τεχνών ως «ομογενοποιημένη ατραπό», στην Ιταλία, Αγγλία και Γερμανία με διαφορετικούς παραδοσιακούς Δασκάλους αλλά και ως ανεξάρτητος. Ειδικεύθηκε στην Παραδοσιακή Δυτική Σπαθασκία. Κατά τα τελευταία 8 χρόνια ζει και διδάσκει Παραδοσιακή Σπαθασκία στην Ελλάδα. Αυτοπροσδιορίζεται ως ένας σύγχρονος, ανεξάρτητος, αναγεννησιακός Άνθρωπος.
|

Ο, επίσης, Δάσκαλός μας, Παναγιώτης
Τσιλιάνης, γεννήθηκε στις Η.Π.Α. το
1962 και υπηρέτησε τον Ελληνικό
Στρατό και την Ελληνική Αστυνομία μέχρι
το 2010. Έχει μελετήσει Κινεζικές
Πολεμικές Τέχνες (Wing Tsun, Kung Fu-
Tai Chi Chuan) Ενστικτώδη Τοξοβολία
και Μεσαιωνική-Παραδοσιακή Δυτική
Σπαθασκία με εμπειρία στο ξίφος
μονομαχίας (Epee).
Κατά την διάρκεια της εξασκήσεώς μας θα μάθουμε πώς να διαχειριζόμεθα και να χρησιμοποιούμε σωστά υπό συνθήκες μάχης τα ακόλουθα όπλα:
α. Μαχαίρι β. Ξίφος στο ένα χέρι (Falcata). γ. Ξίφη στα δύο χέρια δ. Ξίφος κι Εγχειρίδιο (Falcata και Μαχαίρι) ε. Λόγχη Η εξάσκηση σε όλα τα παραπάνω αγχέμαχα όπλα είναι απαραίτητη ώστε ο Ασκούμενος να αποκτήσει ένα πλήρες και βαθύ θεμέλιο στην δυναμική μάχης με κάθε άλλο, τυχόν, όπλο και σε κάθε απόσταση αναμετρήσεως. Επειδή η αναμέτρηση στην πλέον εσωτερική μορφή της περιλαμβάνει τον έλεγχο και την τέλεια διαχείριση συνθέτων φυσικών τεχνικών, όπως, επίσης και τον έλεγχο και την εναρμόνιση του νου και των συναισθημάτων, κατά την διάρκεια των μαθημάτων μας θα δώσουμε έμφαση και στις παραπάνω εσωτερικές παραμέτρους. Όσοι εκ των Μαθητών μας ενδιαφέρονται σοβαρά για την βελτίωση της σπαθασκητικής ικανότητός τους θα πρέπει να παρακολουθούν συστηματικά τα μαθήματα (σύμφωνα με το Πρόγραμμα και, πέραν αυτού, να αφιερώνουν κατ’ οίκον λίγη ώρα πρακτικής επαναλήψεως της διδασκόμενης ύλης. Kάθε Εκπαιδευτική Περίοδος ορίζεται 10μηνης διαρκείας, από τον Σεπτέμβριο έως τον Ιούνιο εκάστου έτους. Μέχρι τώρα, τα μαθήματα θα είναι εβδομαδιαία και υπολογίζεται κάθε Εκπαιδευτική Περίοδος να περιέχει 32-40 μαθήματα. Ενδεχομένως να προστεθεί ακόμη ένα μάθημα εβδομαδιαίως το οποίο θα είναι δευτερεύον και θα αποτελεί επανάληψη του κυρίως μαθήματος προς καλύτερη εμπέδωση αυτού, παρέχοντας μεγαλύτερη δυνατότητα εκπαιδεύσεως σε όσους παρηκολούθησαν το κυρίως ή σε εκείνους που δεν παρηκολούθησαν το κυρίως μάθημα προκειμένου να μην απωλέσουν τα περιεχόμενά του.
Για διδακτικούς λόγους, το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα έχει διαιρεθεί σε τρία Επίπεδα : α. 1ο ΕΠΙΠΕΔΟ, Αρχαρίων (1 εκπαιδευτικό έτος), β. 2ο ΕΠΙΠΕΔΟ, Μέσων (1 εκπαιδευτικό έτος) και, γ. 3ο ΕΠΙΠΕΔΟ, Προχωρημένων.
Ένας Μαθητής μπορεί να περάσει στο αμέσως επόμενο επίπεδο εάν κριθεί η δεξιότητά του επαρκής κατά τουλάχιστον το 75% της διδαχθείσης ύλης και κατόπιν εξετάσεώς του από τους Διδάσκοντες την ύλη.
1ο ΕΠΙΠΕΔΟ
Με την λήξη των μαθημάτων αυτού του Επιπέδου, ο Μαθητής θα πρέπει να αποκρούει και να αντεπιτίθεται με βραχύ ξίφος προς όλες τις εννέα (9) διευθύνσεις εναντίον ενός αντιπάλου, υπό ελεύθερες συνθήκες εκπαιδευτικής φιλικής συγκρούσεως. Θα πρέπει, επίσης, να μπορεί να μάχεται στην «Αρένα» με μαχαίρι σε «μακρά απόσταση’, αποφεύγοντας επιθέσεις και διατηρώντας το «χρόνο» και το «μέτρο» στις αντεπιθέσεις του.
2ο ΕΠΙΠΕΔΟ
Με την λήξη των μαθημάτων αυτού του Επιπέδου και χρησιμοποιώντας βραχύ ξίφος (Falcata) , ο Μαθητής θα πρέπει να μπορεί να τηρεί «ροή» κινήσεων εναντίον περισσοτέρων του ενός αντιπάλου υπό ελεύθερες συνθήκες εκπαιδευτικής φιλικής συγκρούσεως, αλλά και να αντιμετωπίζει στην «Αρένα» υπό συνθήκες κανονικής συγκρούσεως έναν αντίπαλο. Εκτός αυτών, θα πρέπει να είναι ικανός να αντιμετωπίζει με μαχαίρι στην «Αρένα» έναν αντίπαλο σε «βραχεία απόσταση», διατηρώντας «ροή» κινήσεων σε επιθέσεις και αποκρούσεις με μαχαίρι υπό ελεύθερες συνθήκες εκπαιδευτικής φιλικής συγκρούσεως.
3ο ΕΠΙΠΕΔΟ
Με την λήξη των μαθημάτων και αυτού του Επιπέδου, ο Μαθητής θα πρέπει να μπορεί να μάχεται με μαχαίρι μέσα στην «Αρένα» εναντίον πολλαπλών αντιπάλων και να χειρίζεται τη λόγχη και τα διπλά ξίφη σε μία συμπλοκή μάχης, όπως επίσης και να μπορεί να ανταπεξέλθει με τεχνικές «αόπλων χειρών» ενάντια σε έναν ή περισσότερους επιτιθέμενους με μαχαίρι.
|


TO EKΠAIΔEYTIKO ΜΑΣ ΠΡOΓΡAMMA
|
ΓΙΑΤΙ Ο ...ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΧΕΙ ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ...
|
...ΚΙ ΕΜΕΙΣ, ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΟΛΑ!
|


Βασική προϋπόθεση κατανοήσεως κι εκμαθήσεως ενός
αντικειμένου αποτελεί η , κατ’ αρχήν, εκμάθηση,
κατανόηση και αφομοίωση της ακριβούς ορολογίας η
οποία το αφορά.
Δυστυχώς και στην Ελληνική γλώσσα, η αμιγής ορολογία
της Οπλομαχητικής δεν αποτελεί ένα ενιαίο μόρφωμα αλλά
συνιστά «άρθρωση» δανείων.
Αν και η Ελλάδα λόγω του καθεστώτος της Οθωμανικής
κατοχής δεν θα ήταν δυνατόν να έχει συμμετοχή στη
διαμόρφωση εθνικής «Σχολής», εν τούτοις, πολύ αξιόλογοι
Οπλοδιδάσκαλοι και Οπλομάχοι του 19ου αιώνος,
στρατιωτικοί κυρίως, βοήθησαν ώστε , τουλάχιστον, να
διαμορφωθεί μία εμπεριστατωμένη και ακριβής ορολογία
σ’ αυτή την υψηλή τέχνη.
Τα «δάνεια αυτά προέρχονται από την Ελληνική
στρατιωτική ορολογία, με πολλές αναπόφευκτες
προσμίξεις των διαφόρων ξένων «Σχολών» που
επέδρασαν στη διαμόρφωση της Ελληνικής
Οπλομαχητικής. Και το θεμέλιο της Ελληνικής
Οπλομαχητικής δεν ήταν δυνατόν παρά να τεθεί από τον
πρώτο Οπλοδιδάσκαλο, Βαυαρό, Φίλιππο Μύλλερ, τον
οποίο έφερε μαζύ του ο Μεγάλος Βασιλέας Όθων Α’
προκειμένου να διδαχθούν την Οπλομαχητική οι πρώτοι
Αξιωματικοί του νεοσύστατου, τότε, Ελληνικού Στρατού.
Ο Οπλοδιδάσκαλος Φίλιππος Μύλλερ υπήρξε και ο
πρώτος συγγραφέας εγχειριδίου Οπλομαχητικής στην
Ελληνική γλώσσα ( 1847 ).
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΠΛΟΜΑΧΙΑΣ
|
Ο δεύτερος μεγάλος «σταθμός» της ελληνικής Οπλομαχητικής υπήρξε ο στρατιωτικός Οπλοδιδάσκαλος Νικόλαος
Πύργος (πατέρας του μετέπειτα -1896- Ολυμπιονίκου Λεωνίδου Πύργου) οποίος εξέδωσε τον Φεβρουάριο του
1872 την «ΟΠΛΟΜΑΧΗΤΙΚΗ» του, βασιζόμενος σε Γαλλικά συγγράμματα Οπλομαχητικής.
Η ορολογία της Οπλομαχητικής μεταβάλλεται από αιώνα σε αιώνα και από «Σχολή» σε «Σχολή», συχνά δε, ακόμη
και μέσα στην ίδια την κάθε «Σχολή». Ως παράδειγμα, τόσο οι Ιταλοί όσο και οι Γάλλοι δάσκαλοι της
Οπλομαχητικής χρησιμοποιούν έναν όρο ο οποίος προέρχεται από την κοινή «πηγή» της λατινικής γλώσσας
«ligare» (ζευγνύω, συνδέω, ενώνω) που, στη μεν Ιταλική εξελίσσεται σε «legare» στη δε Γαλλική σε «lier». Αυτός
ο βασικός οπλομαχητικός όρος κατά την σύγχρονη ερμηνεία του παρουσιάζει, σήμερα, μία σοβαρή ερμηνευτική
δυσκολία στις δύο αυτές γλώσσες. Οι μεν Ιταλοί χρησιμοποιούν τον όρο αυτό για να προσδιορίσουν μία εμπλοκή
ελασμάτων (legamento) ενώ οι Γάλλοι για να σημάνουν ένα «δέσιμο» (liement). Οι Γερμανοί μεταφράζουν τον
ιταλικό όρο της «εμπλοκής» ως «Bindung» (bind) ενώ οι Άγγλοι χρησιμοποιούν τον όρο αυτό με την ίδια σημασία
που του αποδίδουν οι Γάλλοι. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο λαμβάνοντας υπ όψη την
σημασιολογική διαφορά μεταξύ του Ιταλο-Γερμανικού και Γαλλο-Αγγλικού προσδιορισμού του όρου «εμπλοκή». Για
τους Ιταλούς και τους Γερμανούς ο όρος «εμπλοκή» σημαίνει τον κυριαρχικό έλεγχο επί του ελάσματος του
αντιπάλου και, συγκεκριμένα, έλεγχο με το ισχυρό ή μεσαίο τμήμα του ελάσματός μας επί του ασθενούς τμήματος
του αντιπάλου, ενώ, για τους Γάλλους και Άγγλους ο όρος «εμπλοκή» σημαίνει, απλώς, την επαφή των
ελασμάτων.
Ομοίως, διαφοροποιήσεις προκύπτουν και μέσα στην ίδια και την αυτή «Σχολή» με την πάροδο του χρόνου. Επί
παραδείγματι, οι Ιταλοί Δάσκαλοι της Οπλομαχητικής κατά τον 17ο αιώνα, όπως και οι αντίστοιχοι Γάλλοι ομόλογοί
τους, αναφέρονται συχνά σε έναν κυκλικό χειρισμό της λάμας που εκτελείται κατά τον χρόνο της απεμπλοκής από
την αντίπαλη λάμα (contracavatione) ενώ οι σύγχρονοι διάδοχοί τους ορίζουν με τον όρο controcavazione μία
προσποίηση που ακολουθείται από έναν εξαπατούντα κυκλικό χειρισμό της λάμας . Οι Γάλλοι Δάσκαλοι, αφ’
ετέρου, δυσκολεύονται να συμφωνήσουν μεταξύ τους, από τις αρχές του 19ου αιώνος, επί των όρων
«redoublement» και «reprise».
Όπως είναι γνωστό, oι πρώτες διασωζόμενες οπλομαχητικές μελέτες χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα και
έχουν συγγραφεί από Δασκάλους όπως ο Achille Marozzo (1536), o Jeronimo De Carranza (1569), o Joachim
Meyer (1570) και ο Henry De Sainct-Dadier(1573). Αυτοί οι Δάσκαλοι καθώρισαν το θεωρητικό πλαίσιο των
τεσσάρων ευρωπαϊκών βασικών «Σχολών» του 16ου αιώνος : της Ιταλικής, της Ισπανικής, της Γερμανικής και της
Γαλλικής «Σχολής».
Με την διάδοση του πολιτισμού της Ιταλικής Αναγεννήσεως κατά τον 16ο και 17ον αιώνα, κάθε τι ιταλικό,
συμπεριλαμβανομένης και της Οπλομαχητικής, έγινε ιδιαιτέρως δημοφιλές. Ως παράδειγμα θα μπορούσε να
αναφερθεί η Γαλλική Βασιλική Οικογένεια η οποία προσέλαβε Ιταλούς Δασκάλους της Οπλομαχητικής όπως τους
Pompee και Silvie, ενώ Γάλλοι και Γερμανοί Οπλοδιδάσκαλοι ταξίδευαν συχνά στην Ιταλία για να διδαχθούν από
τους φημισμένους Ιταλούς Δασκάλους εκείνης της εποχής. Ως αποτέλεσμα υπήρξε η εισαγωγή της Ιταλικής
οπλομαχητικής ορολογίας στο Γαλλικό και Γερμανικό λεξιλόγιο. Στην Γαλλία, προσαρμόσθηκε σύντομα η Ιταλική
οπλομαχητική θεωρία και αφομοιώθηκαν οι Ιταλικοί οπλομαχητικοί όροι μετατρεπόμενοι σε Γαλλικούς, ώστε, στο
τέλος του 17ου αιώνος αναπτύχθηκε μία αμιγής Γαλλική «Σχολή» Οπλομαχίας, ενώ στην Γερμανία διατηρήθηκαν
μέχρι και τον 21ο αιώνα πολλοί Ιταλικοί όροι όπως «filo» και «battuta». Ωστόσο, η Ισπανική «Σχολή» Οπλομαχίας
έπαυσε να υφίσταται ως αυτοτελής, ήδη, από την αρχή του 19ου αιώνος. Ο Μanuel Antonio De Brea (1805), επί
παραδείγματι, στον τίτλο της μελέτης του περί του χειρισμού του ξίφους, επισημαίνει ότι ο ίδιος ακολουθεί ένα
αμάλγαμα Γαλλικού, Ιταλικού και Ισπανικού οπλομαχητικού δόγματος, ενώ, ο Julio Castelló (1933) δηλώνει στους
μαθητές του ότι διδάσκει Γαλλικό ξίφος και Ιταλική σπάθη.
Κατά τον 16ο αιώνα οι Άγγλοι, όπως και οι Γάλλοι, εντυπωσιάσθηκαν από την Ιταλική Οπλομαχητική. Ιταλοί
Δάσκαλοι άρχισαν να ιδρύουν Σχολές στην Αγγλία και η Ιταλική οπλομαχητική θεωρία έγινε δημοφιλής με τις
σπουδές που δημοσίευσαν οι Giacomo di Grassi (1594) και Vincentio Saviolo (1595). Λόγω των επιδράσεών τους,
Ιταλικοί οπλομαχητικοί όροι όπως «imbroccata», «mandritta», «riverso» και «stoccata» εισεχώρησαν στο Αγγλικό
οπλομαχητικό λεξιλόγιο. Κατά τον επακολουθήσαντα αιώνα, η εγγύς γειτονία Αγγλίας-Γαλλίας επέτρεψε στη
Γαλλία να εισχωρήσει στα οπλομαχητικά «πράγματα» της Αγγλίας αυξάνοντας το ενδιαφέρον των Άγγλων για τις
Γαλλικές οπλομαχητικές μεθόδους. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα οπλομαχητικά εγχειρίδια του William Hope που
εμφανίστηκαν μεταξύ του 1687 και 1729. Ωστόσο, παρά το ότι ακόμη και ως τα μέσα του 18ου αιώνος το Γαλλικό
σύστημα είχα για τα καλά εδραιωθεί στην Αγγλία, στην ίδια χώρα η Ιταλική οπλομαχητική θεωρία εξακολουθούσε
να ασκεί μία επίδραση. Αυτό ωφείλετο κατά πολύ στον Domenico Angelo Malevolti Tremamondo ο οποίος έφθασε
στην Αγγλία το 1750 και ίδρυσε μία Ακαδημία Οπλομαχίας που μακροημέρευσε ως το τέλος του 19ου αιώνος. Ο
Domenico αν και αρχικώς εκπαιδεύθηκε σε Ιταλική Σχολή, ωλοκλήρωσε την εκπαίδευσή του με τον Γάλλο
Δάσκαλο Teillagory και κατόπιν συνέγραψε μία μελέτη (1763) συνδυάζοντας τις διδασκαλίες του Γαλλικού και
Ιταλικού συστήματος. Η έκδοση αυτής της μελέτης αντιμετώπισε τέτοιο ενδιαφέρον τόσο στην Γαλλία όσο και στην
Αγγλία, ώστε ο διάσημος για την εποχή εκδότης Denis Diderot συμπεριέλαβε στην πασίγνωστη «Encyclopedie»
του πίνακες από το εγχειρίδιο του Domenico.
Κατά την αρχή του 19ου αιώνος, τα δύο επικρατέστερα εθνικά συστήματα Οπλομαχητικής ήσαν το Ιταλικό και το
Γαλλικό. Η ακριβής περιγραφή του πλαισίου της κάθε «Σχολής» επιχειρείται από τους Ιταλούς Rosaroll Scorza και
Pietro Grisetti (1803) καθώς και από τον Γάλλο La Boёssière (1818). H προσεκτική μελέτη των συγγραμμάτων
τους, αποκαλύπτει ότι οι οπλομαχητικοί ορισμοί και οι περιγραφές των χειρισμών κατά την διάρκεια ενός
μαθήματος της εποχής εκείνης, γενικώς, βρίσκονται πολύ κοντά στα αντίστοιχα των ημερών μας. Εκτός των
φυλάξεων της «sixte» (έκτης) και «septime» (εβδόμης) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ισχύει το σύγχρονο Γαλλικό
σύστημα αριθμήσεως. Ο La Boёssière συνιστά ακόμη μία στάση φυλάξεως με εκτεταμένο τον βραχίονα της
ξιφοφόρου χειρός κατάλληλη για μονομαχητική και αποκαλεί τις φυλάξεις της «sixte» και «septime», αντιστοίχως,
ως «quarte sur les armes» και «demi-cercle» ενώ για την τελευταία δηλώνει ότι πρόκειται για φύλαξη έναντι μιας
«quarte basse». Είναι προφανές ότι πρόκειται περί καταλοίπων των παλαιοτέρων Ιταλικών στάσεων φυλάξεως,
της φυλάξεως εξωτερικής υψηλής γραμμής με την χείρα στη θέση τετάρτης (posizione di pugno di quarta), την
φύλαξη ημικυκλίου (mezzocerchio) και τον ξιφισμό κατά την κάτω τετάρτης (quarta bassa).
H σύγχρονη Ιταλική οπλομαχητική θεωρία διεμόρφωσε τη σημερινή «μορφή» της προς το τέλος του 19ου αιώνος,
όταν η «Σχολή Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης υιοθέτησε ως επίσημο εγχειρίδιο διδασκαλίας το
σύγγραμμα του Masaniello Parise περί ξίφους και σπάθης (1884). Ο Parise, ως πρώτος διευθυντής αυτής της
Σχολής, εκπαίδευσε την πλειονότητα των Οπλοδιδασκάλων που κυριάρχησαν στην Ιταλία, κατά τις πρώτες
δεκαετίες του 20ού αιώνος. Μετά τον θάνατό του (1910) τον Parise διεδέχθησαν οι βοηθοί του Salvatore Pecoraro
και Carlo Pessina. Και οι δύο είχαν εκπαιδευθεί στη «Σχολή Σπαθασκίας Radaelli» και τώρα συνεργάζονται για την
συγγραφή ενός νέου εγχειριδίου Σπαθασκίας (1910). Το νέο αυτό κείμενο σε συνδυασμό με το έργο του Parise
διεμόρφωσαν τη θεωρητική βάση οπλομαχητικής διδασκαλίας στην Ιταλία μέχρι το 1970. Τότε, αποφασίσθηκε η
εισαγωγή νέων εκπαιδευτικών εγχειριδίων που θα περιείχαν όλες τις νεώτερες τεχνικές μεταβολές που είχαν
σημειωθεί μετά το 1910. Ο Giorgio Pessina και ο Ugo Pignotti υπήρξαν τα πρόσωπα στα οποία ανετέθη η
συγγραφή των αναθεωρημένων εγχειριδίων, ένα για το ξίφος (1970) κι ένα για την σπάθη (1972). Ένας
συνοδευτικός τόμος για το ξίφος μονομαχίας (1971) ξεκίνησε να συγγράφεται από τον Giuseppe Mangiarotti και
ωλοκληρώθηκε από τον Edoardo Mangiarotti.
Oι Jean-Louis Michel και Bertrand είναι εκείνοι που θεωρούνται, γενικώς, ως οι θεμελιωτές της σύγχρονης
εθνικής Γαλλικής «Σχολής». Δυστυχώς, κανείς από τους δύο μεγάλους Οπλοδιδασκάλους δεν συνέγραψε κάποια
σπουδή αλλά ο Arsène Vigeant (1883) διασώζει παραδείγματα από τα μαθήματα του Jean-Louis Michel και τόσο ο
Camille Prévost (1886) όσο και ο Georges Robert (1900) κατάφεραν να διασώσουν την μέθοδο του Bertrand. To
1908 o νέος «Στρατιωτικός Κανονισμός» Oπλομαχητικής έδωσε την τελική μορφή στην εθνική Γαλλική «Σχολή»
Οπλομαχητικής του 20ού αιώνος. Όπως και με το έργο του Parise στην Ιταλία έτσι και ο «Στρατιωτικός
Κανονισμός» απετέλεσε ένα θεμελιώδες εγχειρίδιο ώστε επάνω του να στηριχθούν μεγάλοι Οπλοδιδάσκαλοι
όπως ο Pierre Thirioux (1970), o Raoul Cléry (1973) και ο Daniel Revenu (1992).
Η Οπλομαχητική στις Η.Π.Α., όπως και στην Αγγλία, επηρεάστηκε κυρίως από την Γαλλική «Σχολή» κατά την
διάρκεια του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνος. Οπλοδιδάσκαλοι όπως ο Louis Rondelle kai o François
Darrieulat δίδαξαν αρκετές γενιές Αμερικανών την τεχνική του Γαλλικού ξίφους. Ο Rondelle (1892) άφησε πίσω
του μια σημαντική εκπαιδευτική «ιστορία» τόσο στο ξίφος όσο και στη σπάθη ενώ, η περί ξίφους διδασκαλία του
διασώθηκε από τους μαθητές του Scott Breckinridge Senior και Junior (1941) σε ένα τομίδιο. Οπλοδιδάσκαλοι
από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες ακολούθησαν για να μεταφέρουν στις Η.Π.Α. οπλομαχητικά συστήματα και
διδασκαλίες από την Ισπανική, την Ιταλική, την Βελγική, την Ουγγρική, την Πολωνική και την Ρωσική «Σχολή».
Μεταξύ των συγγραμμάτων που διεμόρφωσαν την Αμερικανική οπλομαχητική μεθοδολογία του 20ού αιώνος
βρίσκονται, ασφαλώς, αυτά των Julio Castelló (1933), Aldo Nadi (1943) και Clovis Deladrier (1948).
Η σπάθη καίτοι εξασκήθηκε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, συνήθως, από στρατιωτικούς, η σύγχρονη
σπαθασκητική τεχνική βασίστηκε στη χρήση ενός ελαφρύτερου όπλου που επινοήθηκε από τον Ιταλό Giuseppe
Radaelli περί τα μέσα του 19ου αιώνος. Το ξίφος υπήρξε η βάση επάνω στην οποία αναπτύχθηκε η σπαθασκητική
θεωρία του Radaelli. Οι διάδοχοι του Radaelli, Luigi Barbasetti και Carlo Pessina, μετέφεραν τις αρχές της
σπαθασκητικής του Radaelli στην «Σχολή Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης στην οποία δίδαξαν κατά
τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος.
Το 1894 ο Barbasetti εγκαινίασε μία Αίθουσα Όπλων στην Βιέννη και τον επόμενο χρόνο του ζητήθηκε να
αναδιοργανώσει την Αυστρο-Ουγγρική τακτική Στρατιωτική Σχολή Οπλομαχητικής στο Wiener-Neustadt, εκεί
όπου δίδαξε κατόπιν πολλούς Αυστριακούς και Ούγγρους μέλλοντες Οπλοδιδασκάλους της σπάθης. Κατόπιν, το
1896, ο Italo Santelli, ένας μαθητής του Carlo Pessina και απόφοιτος της Ιταλικής «Σχολής Στρατιωτικών
Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης προσεκλήθη από την Κυβέρνηση της Ουγγαρίας να διδάξει Οπλομαχητική στη
Βουδαπέστη. Λόγω του ότι ήδη προϋπήρχε μια μεγάλη σπαθασκητική παράδοση στην Ουγγαρία, ο Santelli
συνεισέφερε με την εισαγωγή της διδασκαλίας του Radaelli έτσι ώστε να διαμορφωθεί μία κοινή Ιταλο-Ουγγρική
σπαθασκητική μέθοδος. Κατόπιν, οι Ούγγροι εταίροι τροποποίησαν τη μέθοδο αυτή διατηρώντας την Ιταλική
οπλομαχητική θεωρία αλλά απορρίπτοντας τις Ιταλικές ασκήσεις με κυκλικές καταφορές από τον αγκώνα,
αντικαθιστώντας τις με βραχείες καταφορές που εκτελούνται από τον καρπό. Ο κύριος διαμορφωτής της
σύγχρονης Ουγγρικής σπαθασκητικής, όπως αναγνωρίζεται γενικώς, είναι ο László Borsody Αρχι-
Οπλοδιδάσκαλος στο «Ουγγρικό Βασιλικό Αθλητικό Ίδρυμα Toldi Miklos».
Οι επιτυχίες των Ούγγρων Σπαθιστών πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ενέπνευσαν τους Βουλγάρους,
Πολωνούς, Ρουμάνους και Ρώσους να υιοθετήσουν την Ουγγρική σπαθασκητική μέθοδο. Τελικώς, κάθε εθνική
Ομάδα τροποποίησε την Ουγγρική παιδαγωγική προσέγγιση στη Σπαθασκία διαμορφώνοντας την κατά χώρα
εθνική «Σχολή». Κοινά χαρακτηριστικά όλων αυτών των εθνικών «Σχολών» ήσαν η έμφαση στη φυσική
ενδυνάμωση με ιδιαίτερη προσοχή στα κάτω άκρα και η αναδιαμόρφωση των σπαθισμών ώστε να καλύπτουν τις
ανάγκες των συγχρόνων αγώνων σπάθης.
Επίσης, εδώ θα έπρεπε να σημειώσουμε ότι η Ουγγρική τεχνική ξίφους, καίτοι αρχικώς βασίσθηκε στο Ιταλικό
σύστημα, τροποποιήθηκε προκειμένου να συμπεριλάβει και Γαλλικά στοιχεία, όπως, λόγου χάρη οκτώ αντί
τεσσάρων φυλάξεων. Οι τροποποιήσεις αυτές προέκυψαν όταν ο Γάλλος André Gardère εγκαταστάθηκε στην
Ουγγαρία στη δεκαετία του 1930.
Το τελευταίο όπλο που ενσωματώθηκε στη σύγχρονη Οπλομαχητική είναι το ξίφος μονομαχίας ανδρών. To όπλο
αυτό υιοθετήθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος, κατόπιν εισηγήσεων των Γαλλικών Ακαδημιών
Οπλομαχητικής, παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις των συντηρητικών Οπλοδιδασκάλων που το θεωρούσαν ως
εκφυλισμό του ξίφους . Η τεχνική του ξίφος μονομαχίας ανδρών κατ’ εκείνη την εποχή της διαμορφώσεώς της,
περιγράφεται από τους Γάλλους Οπλοδιδασκάλους Jules Jacob (1887) και Anthime Spinnewyn και Paul Manoury
(1898) και από τους Ιταλούς Οπλοδιδασκάλους Aurelio Greco (1907) και Agesilao Greco (1912). Τόσο οι Γάλλοι
όσο και οι Ιταλοί εκείνοι, βάσισαν τη μέθοδο του ξίφος μονομαχίας ανδρών στις γενικότερες αρχές του ξίφους. Η
απουσία ορθής διαδρομής και εκτεταμένης επιφάνειας στόχου διαφοροποιούν το ξίφος μονομαχίας ανδρών από το
ξίφος ασκήσεως. Όπως και στο ξίφος ασκήσεως, δύο ήσαν οι κυρίαρχες εθνικές «Σχολές», η Γαλλική και η
Ιταλική. Η Ουγγρική τεχνική του ξίφος μονομαχίας ανδρών προέκυψε από το αντίστοιχο Ιταλικό σύστημα μέσω του
Eduardo Alajmo ο οποίος δίδαξε στο «Ουγγρικό Βασιλικό Αθλητικό Ίδρυμα Toldi Miklos» τη δεκαετία του 1930. Η
μέθοδος του Alajmo περιγράφεται σε ένα εγχειρίδιο του Μichele Alajmo αδελφού του Eduardo (1936) και την
ξαναβρίσκουμε σε μία έκδοση του μαθητού του Eduardo, του Oύγγρου Ιmre Vas (1976).
Από την αρχή του 20ού αιώνος έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανική Οπλομαχητική
κυριαρχούσαν Ιταλοί Οπλοδιδάσκαλοι από τη «Σχολή Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης όπως ο
Ettore Schiavoni που δίδαξε στο Βερολίνο και οι Arturo Gazzera και Francesco Tagliabò που δίδαξαν στη
Φραγκφούρτη. Κατά την μεταπολεμική περίοδο οι Γερμανοί Οπλοδιδάσκαλοι ανέπτυξαν μία εθνική Γερμανική
«Σχολή» η οποία παρακολουθεί γενικώς την αντίστοιχη Ιταλική, έχοντας όμως προσθέσει κάποια Γαλλικά
στοιχεία. Επί παραδείγματι, ο Emil Beck στο Tauberbischofsheim έχει καθιερώσει την Γαλλική αρίθμηση
φυλάξεων. [Απόδοση στην Εληνική Α.Η.Κ.]
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΟΠΛΟΜΑΧΗΤΙΚΗΣ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
|
Από το εγχειρίδιο του Φιλίππου Μύλλερ
|
Από το εγχειρίδιο του Νικολάου Πύργου
|
Η διεθνής ορολογία της Οπλομαχητικής έχει διαγράψει μία «πορεία» ανάλογη με τις ευρωπαϊκές εθνικές «Σχολές»
που κυριάρχησαν μετά την Αναγέννηση. Τη «χαρτογράφηση» αυτής της «πορείας» μας τη δίνει με μεγάλη
ιστορική ακρίβεια η εισαγωγή του βιβλίου ενός σύγχρονου Οπλοδιδασκάλου του William M. Gaugler με τίτλο
“FENCING TERMINOLOGY” (Έκδοση Laureate Press , 1997) η οποία παρατίθεται εν συνεχεία. Ο William M.
Gaugler, γερμανικής καταγωγής αν και διακεκριμένος αρχαιολόγος ανεδείχθη και σε δεινό σπαθιστή
αποδεικνύοντας ότι ο πράγματι ισορροπημένος Άνθρωπος μπορεί να συνδυάζει άριστα την θεωρητική του
πλευρά με την πρακτική!
ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΟΠΛΟΜΑΧΗΤΙΚΗΣ
|
Εκδόσεις σχετικές με τους επικούς Ιταλούς Οπλοδιδασκάλους Ελληνικής καταγωγής Aurelio και Agesilao Greco και η εντοιχισμένη πλάκα και το σήμα της φερώνυμης Οπλομαχητικής Ακαδημίας
|
Από το μνημειακό έργο του Talhoffer "FECHTBUCH" 1467
|
Η Ιταλική ορολογία των κινήσεων
|
KAI KATI ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟ-ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΠΛΟΜΑΧΗΤΙΚΗΣ :
|
Το ως άνω εγχειρίδιο του Ιταλού Οπλοδιδασκάλου Giacomo di Grassi υπήρξε το πρώτο
σχετικό εγχειρίδιο το οποίο μετεφράσθη στα Αγγλικά (Λονδίνο 1594) διαδίδοντας την
Οπλομαχητική της μητροπολιτικής Ευρώπης στους Αγγλοσαξωνικούς Λαούς.
Σε αυτό το βιβλίο, ο συγγραφέας του Giacomo di Grassi δίδει έμφαση στην χρήση του
ξίφους, του εγχειριδίου,του χειρασπιδίου και του μανδύου, αντί της μόνης χρήσεως του
ξίφους, ενώ θέτει τις βάσεις των προχωρημένων τεχνικών μακρού ξίφους (Rapier) που
επεκράτησαν κατά τον ακολουθήσαντα 17ο αιώνα, όταν επεκράτησαν οι τεχνικές των
εμπηκτικών νύξεων έναντι των θλαστικών καταφορών, κατά το δυνατόν.
Επίσης, ο συγκεκριμένος συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος ο οποίος απεσαφήνισε τους
τέσσερις τομείς που διέπουν τις κινήσεις της λεπίδος κατά την επίθεση ή την άμυνα,
προσδιορίζοντας το μαχητικό "σκεπτικό" των αμυντικών "γραμμών" εσωτερικά,
εξωτερικά,υψηλά, χαμηλά, όπως ακόμη και σήμερα νοούνται.
Giacomo di Grassi : "ΟΡΘΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΟΠΛΩΝ ΠΡΟΣ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΑΜΥΝΑ" Βενετία ,1570
|