Hellenic Horseback Archery

Ευτυχείν δια του καλπάζειν και ευστοχείν!

ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΙΠΠΙΚΟΝ

 

 

     "Τοις κείνων ρήμασι..." πειθομένη, η Ελληνική Ομάδα Έφιππης Τοξοβολίας "ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ KASSAI" δεν αποσκοπεί, απλώς, στην ανάπτυξη των εφιπποτοξοτικών ικανοτήτων των Μελών της αλλά στην υπηρέτηση των Εθνικών Αξιών οι οποίες αποτελούν και το θεμέλιο κάθε Λαού που απαιτεί να επιβιώσει! Έτσι, πρωτίστως, η Ομάδα μας αισθάνεται χρέος να τιμήσει το Ελληνικόν Ιππικό, όπως αυτό εμφανίσθηκε κατά την μακραίωνα Ελληνική Ιστορία ως "Όπλο" υπερασπίσεως του Έθνους μας

 

 

     Ο Εφιπποτοξότης της Ομάδος μας και διακεκριμένος Νομικός, Αθανάσιος Δ. Λιαράκος, ολοκληρώνει την Μελέτη του περί του Ελληνικού Ιππικού, ερευνώντας τα Ιστορικά Αρχεία της Βιβλιοθήκης της Ομάδος μας αλλά και πολλά άλλα Αρχεία από τα οποία προκύπτει η μεγάλη προσφορά του Ελληνικού Ιππικού προς την Φυλή και το Έθνος! Και εντός των ημερών θα τιμήσει τον παρόντα διαδικτυακό τόπο με την παρουσίαση αυτής της μελέτης την οποία, πράγματι, αναμένουν πολλοί στρατιωτικοί και ιστορικοί Ερευνητές.

 

 

 

     Πτυχές και πρόσωπα αλησμόνητα από το απώτατο έως το σύγχρονο Ελληνικό Ιππικό θα ξαναζωντανέψουν στην οθόνη των υπολογιστών μας για να μας υποδείξουν ότι η σχέση με τον ΄Ιππο είναι μία υπόθεση θυσίας του Ιππέως προς το, ενόπλως, αγωνιζόμενο πεπρωμένο του! Είναι μία υπόθεση η οποία δεν αρκείται σε "αθλητικές παρεκκλίσεις" αλλά απαιτεί μαχητικές επιδόσεις που υπαγορεύει η Ιππική σε οποιανδήποτε εκδοχή της. Και με την Μελέτη του αυτή, ο Εφιπποτοξότης-συγγραφέας επιβεβαιώνει ότι κάθε είδος Ιππικής προϋποθέτει πολεμική ιδιοσυστασία και όχι απλώς "αθλητική" από εκείνον που θα τολμήσει να συνεργασθεί με έναν Ίππο!

 

 

Ο Συγγραφέας κ. Αθανάσιος Δ. Λιαράκος.

 

ΜΕΡΟΣ Α'.

Από την Αρχαιότητα μέχρι τους Ρωμαϊκούς Χρόνους

 

 

 

H ύπαρξη εφίππων πολεμιστών στον Ελληνικό χώρο, ήδη από την 2η π.Χ.Ε. χιλιετία θεωρείται βέβαιη, καθώς έχει αποδειχθεί από την μελέτη των αρχαίων πηγών αλλά και από τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης. Στην "Ιλιάδα" υπάρχουν συχνές αναφορές στους Ίππους των Ηρώων, ενδεικτικές της ιδιαίτερης σημασίας που είχαν τα υπέροχα αυτά πλάσματα σε εκείνη την κοινωνία των πολεμιστών, ενώ οι φράσεις "εφ΄ίππων βάντες" και "βήσαμεν ίππους" ασφαλώς δεν εννοούν αρματηλάτες αλλά Ιππείς.

Κατά την αρχαϊκή περίοδο το Ελληνικό Ιππικό που ήταν εξοπλισμένο με ελαφρά δόρατα και ακόντια, αποδείχθηκε αρκετά αποτελεσματικό έναντι των σχετικά χαλαρών πεζικών σχηματισμών της εποχής.

Ωστόσο, στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ.Ε. εμφανίστηκε στον Ελλαδικό χώρο ένας νέος τύπος πολεμιστή που έφερε βαρύτερη θωράκιση και πολεμούσε σε πυκνούς σχηματισμούς οι οποίοι, υπό κανονικές συνθήκες, ήσαν αδιάσπαστοι από το Ιππικό. Έκτοτε, ο Έλληνας Οπλίτης και η Οπλιτική Φάλαγγα επρόκειτο να κυριαρχήσουν στο πεδίο της μάχης, μετατρέποντας το Ιππικό σε Όπλο υποστήριξης που είχε ως αποστολή τη διενέργεια επιδρομών, την αναγνώριση εδάφους, την παρεμπόδιση της δράσης του εχθρικού Iππικού, την παρενόχληση ή καταδίωξη του υποχωρούντος εχθρού.

 

 

Στην Αθήνα, οι "Ιππείς" συγκροτούσαν την δεύτερη, από τις τέσσερεις, κοινωνική τάξη (Τριακοσιομέδιμνοι), αποτελούμενη από τους πολίτες εκείνους που είχαν την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν πολεμικούς Ίππους. Η τάξη των "Ιππέων", μαζί με τους πολίτες της πρώτης τάξης (Πεντακοσιομέδιμνοι), συγκροτούσαν το Αθηναϊκό Ιππικό το οποίο διοικούσαν δύο Ίππαρχοι.

Στην Σπάρτη, "Ιππείς" (ή, απλώς, "Τριακόσιοι") ονομάζονταν οι 300 επίλεκτοι πολεμιστές της σωματοφυλακής του Βασιλιά, οι οποίοι παρατάσσονταν δίπλα του στη μάχη, αν και, κατά τους κλασσικούς χρόνους (5ος αιώνας), αυτοί πολεμούσαν πεζοί. Η ονομασία αυτή παρέμεινε από τους αρχαϊκούς χρόνους (7ος-6ος αιώνας), όταν πράγματι οι άνδρες αυτοί ήταν έφιπποι. Το σώμα των "Ιππέων" διοικείτο από τους τρεις "Ιππαγρέτες" που υπάγονταν στις διαταγές του Βασιλιά. Το σώμα των "Τριακοσίων" ήταν το εκλεκτότερο του Σπαρτιατικού στρατού και η συμμετοχή κάποιου οπλίτη σε αυτό εθεωρείτο ως ιδιαιτέρως τιμητική! 

Κατά τους Μηδικούς Πολέμους, οι Έλληνες συνειδητοποιώντας την θανάσιμη απειλή του περίφημου Ιππικού των Περσών, οργάνωσαν αξιόλογα σε αριθμό Ιππικά Σώματα.

Ο Ξέρξης επειδή είχε ακούσει ότι οι Θεσσαλικοί Ίπποι ήσαν οι καλύτεροι στην Ελλάδα, μόλις κατέλαβε την Θεσσαλία το 480 π.Χ.Ε. διεξήγαγε ιπποδρομίες μεταξύ των δικών του και των Θεσσαλικών.

Ωστόσο, ακόμα και το περίφημο Περσικό Ιππικό απέτυχε ουσιαστικά να υπερισχύσει της Φάλαγγας, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση εκείνη της μάχης των Πλαταιών, το 479 π.Χ.Ε. Εν τούτοις,είναι γεγονός ότι ο Παυσανίας γνωρίζοντας την επικινδυνότητα του εχθρικού Ιππικού, κατέβαλε κάθε προσπάθεια προκειμένου να παρεμποδίσει την εις βάρος του πλήρη αξιοποίηση του Όπλου αυτού, με την επιλογή του πλέον δυσβάτου εδάφους για τον στρατωνισμό των ανδρών του και την διεξαγωγή της μάχης. Ο Ηρόδοτος μάλιστα αναφέρει δράση "μηδισάντων" Θηβαίων Ιππέων, οι οποίοι μετά αό σφοδρότατη συμπλοκή κατενίκησαν τμήμα του Ελληνικού στρατεύματος, όταν οι δυνάμεις των Περσών είχαν ουσιαστικά απωθηθεί σε όλα τα σημεία και η έκβαση της κυρίας μάχης είχε ήδη κριθεί υπέρ των Ελλήνων. 

Παραδοσιακά, το Ελληνικό Ιππικό χωριζόταν σε Ιππαρχίες και Ίλες. Όλα τα Ελληνικά κράτη χρησιμοποιούσαν κυρίως βαρύ Ιππικό. Στους αρχαίους Ελληνικούς στρατούς κατά κανόνα δεν υπήρχαν ελαφροί Ιππείς διότι οι μάχες δίνονταν εκ παρατάξεως όπου πλεονεκτούσε το βαρύ Ιππικό. Ο Ξενοφών συνιστούσε στους βαρείς Αθηναίους Ιππείς την χρήση δύο "παλτών" ( από το ρήμα "πάλλω" ) δηλαδή ακοντίων, αντί του τυπικού δόρατος, ώστε να μπορούν να αναλάβουν ταυτόχρονα τον ρόλο προδρόμων Ιππέων και Ιππέων κρούσεως, ενώ αναφέρει ως προαιρετική την χρήση εφιππίου (σέλλας) από τους Ιππείς. Ο θώρακας του Έλληνα Ιππέα επέτρεπε το κάθισμα και το σκύψιμο, ενώ παρείχε προστασία στον αυχένα.  

 

 

Κατά τη διάρκεια του αδελφοκτόνου Πελοποννησιακού πολέμου, το Ιππικό, συνήθως, παρατασσόταν στα πλευρά της φιλίας φάλαγγας. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο Περικλής απαριθμώντας τη δύναμη της πόλης των Αθηνών, εν όψει του επικειμένου πολέμου κατά των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, βεβαιώνει ότι, κατά την έναρξη των εχθροπραξιών, υπήρχαν 1.200 Ιππείς, μεταξύ των οποίων και "Ιπποτοξόται" (Σκύθες δούλοι), ενώ ο Ξενοφών αναφέρει ότι κάθε Σπαρτιατική Μόρα  δυνάμεως 576 ανδρών ακολουθείτο από 100 Ιππείς. Επομένως στις 6 Μόρες, που τελικώς σχηματίστηκαν, αντιστοιχούσαν 600 Ιππείς. Επίσης, συχνές είναι οι αναφορές στα αρχαία κείμενα στη δράση Θεσσαλών, Βοιωτών και Ηλείων Ιππέων.

Την ίδια περίοδο, εμφανίστηκε το πρώτο Ελληνικό Ιππικό Κρούσης, το Θεσσαλικό, το οποίο ανέπτυξε τον περίφημο Ρομβοειδή Σχηματισμό, που επρόκειτο να αυξήσει κατακόρυφα τη μαχητική αξία των Ιππέων, οι οποίοι μάχονταν έως τότε σε παραλληλόγραμμη διάταξη.

Το 371 π.Χ.Ε. το Ιππικό επρόκειτο να διαδραματίσει ένα πιο καίριο ρόλο στη μικρή πεδιάδα των Λεύκτρων, κοντά στις Θεσπιές, όπου ο Επαμεινώνδας, ο μεγαλύτερος ίσως Στρατηγικός Νους της κλασσικής πόλης-κράτους, ως ηγέτης του Βοιωτικού Κοινού  και εμπνευστής της Λοξής Φάλαγγας μαζί με τον έτερο μεγάλο Θηβαίο, τον Πελοπίδα, ως επικεφαλής του επιλέκτου Ιερού Λόχου, αντιμετώπισε την τρομερότερη οπλιτική φάλαγγα όλων των εποχών, τη Σπαρτιατική Φάλαγγα. Στις τάξεις των Βοιωτών, συμπεριλαμβανόταν το φημισμένο Βοιωτικό Ιππικό. Στον Ελληνικό κόσμο, μόνο στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και ίσως στον Τάραντα μπορούσαν να βρεθούν καλύτεροι ιππείς από τους Βοιωτούς. Στα Λεύκτρα οι 1.000 Βοιωτοί Ιππείς είχαν να αντιμετωπίσουν 800 Σπαρτιάτες και Λακεδαιμονίους Ιππείς και 200 επιπλέον Ιππείς, προερχομένους από τις συμμαχικές προς τη Σπάρτη πόλεις. Το Βοιωτικό Ιππικό υπερίσχυσε των αντιπάλων Ιππέων και εν συνεχεία αποσύρθηκε στα πλευρά της φιλίας παράταξης, επιτρέποντας στην Λοξή Φάλαγγα να επιτεθεί μετωπικά εναντίον των Σπαρτιατών, ενώ ο Ιερός Λόχος πλαγιοκοπούσε το δεξί πλευρό της μηνοειδούς Σπαρτιατικής παράταξης. Οι πειθαρχημένες Σπαρτιατικές Μόρες αναγκάστηκαν σε υποχώρηση, καταβάλοντας βαρύτατο τίμημα: ο ίδιος ο Σπαρτιάτης Βασιλιάς Κλεόμβροτος και 1.000 Λακεδαιμόνιοι νεκροί, εκ των οποίων 400 Όμοιοι (περίπου το 40% του συνόλου των πολιτών της Σπάρτης).

Τα γεγονότα περίπου επαναλήφθηκαν και κατά τη μάχη της Μαντίνειας, το 362 π.Χ.Ε. Ο Επαμεινώνδας είχε στη διάθεσή του 3.000 Ιππείς, εκ των οποίων οι 1.500 Θεσσαλοί, ενώ το Σπαρτιατικό στράτευμα του Βασιλιά Αγησιλάου συμπεριελάμβανε 500 Σπαρτιάτες, 700 Ηλείους και 800 Αθηναίους Ιππείς. Οι Βοιωτοί Ιππείς επιτέθηκαν πρώτοι εναντίον των Σπαρτιατών και των Ηλείων, τους οποίους γρήγορα νίκησαν ενώ ταυτοχρόνως οι Θεσσαλοί Ιππείς προσέβαλαν αιφνιδιαστικά το Αθηναϊκό Ιππικό, το οποίο αν και υποχώρησε συντεταγμένα, άφησε εκτεθειμένο το αριστερό πλευρό του Αθηναϊκού Πεζικού, το οποίο δέχθηκε την επίθεση ενός μικτού αποσπάσματος Θεσσαλών Ιππέων, Αμίππων (ελαφρά οπλισμένων πεζών που ακολουθούσαν τα Ιππικά αποσπάσματα) και Πελταστών, οι οποίοι όμως αναχαιτίστηκαν από μία εφεδρεία 200 Ηλείων Ιππέων. Στην  άλλη πλευρά, το Βοιωτικό Ιππικό αποσύρθηκε στα άκρα (όπως και στα Λεύκτρα) ελευθερώνοντας το πεδίο για την επερχόμενη Θηβαϊκή Λοξή Φάλαγγα που επιτέθηκε στους συμμάχους των Σπαρτιατών. Στο δεξί πλευρό μία αντεπίθεση του Αθηναϊκού Ιππικού προκάλεσε βαρειές απώλειες στο Βοιωτικό στράτευμα. Η μάχη τελείωσε με την οριακή επικράτηση των Βοιωτών, η οποία όμως πληρώθηκε με τη ζωή του Ηγέτη τους, καθώς ο Επαμεινώνδας, πολεμώντας επικεφαλής των ανδρών του, πληγώθηκε θανάσιμα.   

Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν, το Ιππικό αξιοποιήθηκε, από τον Επαμεινώνδα, ως στρατηγικό Όπλο, συνδυαζόμενο τέλεια με τη «σφύρα» της Λοξής Φάλαγγας, που αποτελούσε τη μάζα διάρρηξης του εχθρικού μετώπου.

 

 

Ένα ακόμα αξιόλογο Ιππικό Κρούσης ήταν το Μακεδονικό Ιππικό. Ο αληθινός όμως αναμορφωτής του υπήρξε ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄, ο οποίος δημιούργησε το ακαταμάχητο Ιππικό των Εταίρων, στις τάξεις του οποίου κατατάσσονταν οι Μακεδόνες αριστοκράτες και επιχειρούσε σε Σφηνοειδή Σχηματισμό, καθώς και το ελαφρύ Ιππικό των Προδρόμων, τα οποία εξόπλισε με μακριές λόγχες (σάρισες) αντί δοράτων που έφεραν ως τότε οι Έλληνες Ιππείς. Επιπροσθέτως,οι πολεμιστές αυτοί έφεραν εμβάδες, δηλαδή, ψηλές δερμάτινες μπότες, που προσέφεραν προστασία και υπόδηση αντικαθιστώντας τις ορειχάλκινες κνημίδες των πεζών, οι οποίες θα τραυμάτιζαν τα πλευρά των Ίππων. Το Ιππικό πλέον θα αποτελούσε το Όπλο εκείνο που θα έκρινε την έκβαση των μαχών. Στη μάχη της Χαιρώνειας, το 338 π.Χ.Ε. ο μόλις 18ετής υιός του Φιλίππου, Αλέξανδρος, ως αρχηγός του Ιππικού, διείσδυσε στο ρήγμα του αντίπαλου συνασπισμού, κατακόπτοντας τους Θηβαίους Ιερολοχίτες. Ο Πολύαινος αναφέρει επίσης ότι από τους άλλους συμμάχους, οι Αχαιοί έχασαν αρκετούς άνδρες λόγω των τρομερών επελάσεων του αντίπαλου ιππικού εναντίον τους.

Το έργο του Φιλίππου Β' συνέχισε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος και σηματοδότησε το μέγιστο σημείο ακμής του Ελληνικού Ιππικού. Πρώτος Αυτός, κατά την ασυγκράτητη προέλασή Του προς Ανατολάς, συνεπαρέταξε, σε ένα στράτευμα τους τρεις γνωστούς "τύπους" Ιππικού:  

 

[α] ΒΑΡΥ ΙΠΠΙΚΟ

 

Συνιστούσε το κατ’ εξοχήν Ιππικό Κρούσης του Ελληνικού Στρατεύματος και αποτελείτο από:

     To επίλεκτο Ιππικό των Εταίρων, με επιθετικά όπλα την σάρισα και την κοπίδα (ή «μάχαιρα» κατά τον Ξενοφώντα) και αμυντικά το κράνος ανοικτού τύπου (συνήθως βοιωτικού ή θρακικού), τον μεταλλικό θώρακα ή το ημιθωράκιο (ή σε ορισμένες περιπτώσεις τον λινοθώρακα) και την ασπίδα. Ο Αλέξανδρος πολέμησε σε όλες τις μάχες επικεφαλής του Ιππικού των Εταίρων που αποτελείτο από 7 (αργότερα 8) ίλες των 200 ανδρών και την Βασιλική Ίλη, αποτελούμενη από 300 άνδρες. Κατελάμβανε πάντα  την δεξιά (τιμητική) θέση της παράταξης, κάθε φορά που το στράτευμα ελάμβανε θέσεις μάχης,

     Το παραδοσιακό βαρύ Μακεδονικό Ιππικό, το οποίο μετά τη μάχη της Ισσού, το 333 π.Χ.Ε. φαίνεται ότι απορροφήθηκε από το Εταιρικό,

    Το ικανότατο Θεσσαλικό Ιππικό, που παρατασσόταν στο αριστερό κέρας 

    Το Συμμαχικό Ιππικό των Ελλήνων του Νότου, Βοιωτών, Αχαιών, λοιπών Πελοποννησίων (πλην Λακεδαιμονίων), Φθίων, Λοκρών, Φωκέων και

    Το Μισθοφορικό Ιππικό, αποτελούμενο από Έλληνες επαγγελματίες στρατιώτες που διακρίνονταν για την σιδερένια πειθαρχία και την μεγάλη πολεμική εμπειρία τους. Κατά κανόνα, παρατασσόταν εμπρός από το υπόλοιπο στράτευμα. 

Όλοι οι βαρείς Ιππείς (εκτός των Εταίρων)  ήταν οπλισμένοι με δόρατα και ξίφη ενώ έφεραν κράνη, μεταλλικούς θώρακες και ασπίδες.

 

[β] ΜΕΣΟ ΙΠΠΙΚΟ

 

Το αποτελούσαν:

    Οι Πρόδρομοι Σαρισοφόροι, Μακεδόνες με επιθετικά όπλα την ιππική σάρισα και την κοπίδα και αμυντικά το ημιθωράκιο και την ασπίδα. Οι Ιππείς αυτοί συγκροτούσαν  4 ίλες και χάρη στον οπλισμό και την ευκινησία τους, είχαν σημαντικό τακτικό πλεονέκτημα έναντι των παλαιού τύπου βαρέων Ιππέων.

  Οι Δίμαχοι, που όπως προκύπτει από την ονομασία τους μπορούσαν να μάχονται τόσο έφιπποι όσο και πεζοί, ενώ έφεραν πανοπλία βαρύτερη των Ιππέων αλλά ελαφρύτερη των οπλιτών. Οι άνδρες που συγκροτούσαν αυτό το «έφιππο πεζικό», είναι, χωρίς αμφιβολία, οι πρώτοι Δραγόνοι της Ιστορίας!

 

[γ] ΕΛΑΦΡΥ ΙΠΠΙΚΟ

 

Στις τάξεις του υπηρετούσαν, εκτός από τους Μακεδόνες, Θράκες Οδρύσες, Παίονες, κ.α. εκτελώντας καθήκοντα προφυλακής ή πλαγιοφυλακής του Ελληνικού στρατεύματος στην μάχη, αποστολές αναγνώρισης και αποτελείτο από τα εξής επί μέρους τμήματα:

    Υπασπιστές Ιππικού, που ήταν Μακεδόνες Εταίροι και διακρίνονταν σε Υπασπιστές των Εταίρων και Βασιλικούς Υπασπιστές, προερχόμενοι, προφανώς, οι πρώτοι από το ιππικό των Εταίρων γενικά ενώ οι δεύτεροι από τη βασιλική  ίλη. Οι Υπασπιστές Ιππείς έφεραν ελαφρά ασπίδα, ακριβώς όπως και οι αντίστοιχοι του Υπασπιστές του Πεζικού.      

      Ιππακοντιστές, με επιθετικό όπλο το ακόντιο και ενδεχομένως την κοπίδα και αμυντικό τον λινοθώρακα ή το ημιθωράκιο. Αποτελούσαν το πολυπληθέστερο τμήμα ελαφρού Ιππικού. Κυρίως έβαλλαν εξ αποστάσεως, αλλά μπορούσαν και να εμπλέκονται σε αγώνα εκ του συστάδην.

    Ιπποτοξότες, ήταν βάρβαροι Σκύθες και Δάκες, οπλισμένοι με τόξα και λινοθώρακες.

 

Οι επίλεκτοι Μακεδόνες ιππείς της βασιλικής  ίλης, του Ιππικού των Εταίρων και του βαρέος Μακεδονικού Ιππικού αποτελούσαν αντιστοίχως το Βασιλικό Άγημα, το Άγημα των Εταίρων και το Άγημα των Ιππέων.

Ο Αλέξανδρος, άριστος Ιππέας και ο ίδιος, πολέμησε πάνω στην ράχη του αγαπημένου του Βουκεφάλα, πλαισιωμένος από σπουδαίους ηγήτορες Ιππικού. Στη μάχη του Γρανικού ποταμού, το 334 π.Χ.Ε., διοικητής των Σαρισοφόρων Ιππέων και των Παιόνων ήταν ο Αμύντας του Αρραβαίου, των Εταίρων και του υπολοίπου Μακεδονικού Ιππικού ο Φιλώτας του Παρμενίωνος, των Υπασπιστών Εταίρων ο Νικάνωρ, ο άλλος υιός του Παρμενίωνος, του Θεσσαλικού Ιππικού ο Κάλας του Αρπάλου, του συμμαχικού Ιππικού ο Φίλιππος του Μενελάου και του Θρακικού ο Αγάθων, ενώ την «αιχμή του δόρατος» απετέλεσε η εταιρική ίλη του Σωκράτη με επικεφαλής τον Πτολεμαίο του Φιλίππου. Στη μάχη της Ισσού, αναφέρονται ως  Ίλαρχοι των Εταίρων, ο Περοίδας του Μενεσθέως (Ανθεμουσία ίλη) και ο Παντόρδανος του Κλεάνδρου (Λευγαία ίλη). Ο Αρριανός κάνει λόγο για σκληρότατη ιππομαχία καθώς το Θεσσαλικό Ιππικό αντιμετώπισε αποτελεσματικά την έφοδο του Περσικού Ιππικού, το οποίο, εν συνεχεία, κατεδίωξε απηνώς. Στην καθοριστική μάχη των Γαυγαμήλων, η οποία επίσης εξελίχθηκε σε σκληρότατη ιππομαχία, το 331 π.Χ.Ε. Ίππαρχος των Εταίρων ήταν ο Φιλώτας του Παρμενίωνος ενώ ως Ίλαρχοι αναφέρονται οι: Κλείτος του Δρωπίδου, Γλαυκίας, Αρίστων, Σώπολις του Ερμοδώρου, Ηρακλείδης του Αντιόχου, Δημήτριος του Αλθαιμένους, Μελέαγρος και Ηγέλοχος του Ιπποστράτου. Ο Φίλιππος του Μενελάου ήταν διοικητής του Θεσσαλικού Ιππικού, εκτός των ικανοτάτων και πολυάριθμων Φαρσαλίων  ιππέων, που είχαν τεθεί υπό τον Παρμενίωνα του Φιλώτα. Ο Εριγύιος του Λαρίχου και ο Κοίρανος είχαν τεθεί επικεφαλής του συμμαχικού Ιππικού, ο Μενίδας και ο Ανδρόμαχος του Ιέρωνα του μισθοφορικού, ο Αγάθων του Τυρίμμα των Οδρυσών Ιππέων και ο Αρέτης και ο Αρίστων των Πρόδρομων και των Παιόνων. Στην μάχη για την διάβαση του ποταμού Υδάσπη, Ίππαρχοι ήσαν ο Κρατερός, ο Ηφαιστίων, ο Περδίκκας και ο Δημήτριος, ενώ ο Κοίνος διοικούσε όλη την αριστερή πτέρυγα του Ελληνικού Ιππικού ( ο ίδιος ο Αλέξανδρος πολεμούσε επικεφαλής της δεξιάς ) και επικεφαλής των Βασιλικών Υπασπιστών ο Σέλευκος.

 

 

Ο Ασκληπιόδoτος εκθέτει την διάρθρωση των μονάδων του Ιππικού του Αλεξάνδρου, ως εξής: (α) Ίλη, (β) Επιλαρχία, (γ) Ταρεντιναρχία, (δ) Ιππαρχία, (ε) Εφιππαρχία και (στ) Τέλος, αλλά δεν δίνει την αριθμητική δύναμη κάθε μονάδας, εκτός από το στοιχείο ότι κάθε μία έχει δύναμη διπλάσια της προηγούμενης. Ο Αρριανός προσθέτει το (ζ)  Επίταγμα (μετά το Τέλος) και αναφέρει ότι μία Ίλη αποτελείτο από 64 Ιππείς, ενώ ο Αιλιανός, αναφερόμενος στο χαμένο τακτικό εγχειρίδιο του Πολυβίου, επιβεβαιώνει αυτό τον αριθμό και επιπλέον ορίζει τον αριθμό των ανδρών του Επιτάγματος σε 4.096.

Ο Αλέξανδρος εισήγαγε την πρώτη οργανωτική αλλαγή στο Ιππικό τον Δεκέμβριο του 331 π.Χ.Ε. όταν έφτασε στα Σούσα, μετά τη μάχη των Γαυγαμήλων. Τότε χώρισε τις Ίλες σε Λόχους, που ως τότε ήταν υποδιαίρεση μόνο του Πεζικού. Το φθινόπωρο του 330, μετά την υπόθεση του Φιλώτα, χώρισε το Ιππικό των Εταίρων σε δύο μεγάλα τμήματα και ανέθεσε τη διοίκησή τους στους Ηφαιστίωνα του Αμύντορος και Κλείτον του Δρωπίδου.

Για την σχέση του Αλεξάνδρου με το Θεσσαλικό άλογό του, το Βουκεφάλα, μας πληροφορεί ο Αρριανός, με αφορμή τη μάχη στον Υδάσπη ποταμό, στα 327 π.Χ.: «Μετά τη νίκη του εναντίον των Ινδών, ο Αλέξανδρος ίδρυσε δύο πόλεις. Τη μια, στη θέση της μάχης, την ονόμασε Νίκαια, σε ανάμνηση της νίκης του. Την άλλη, στο σημείο που είχε διασχίσει τον Υδάσπη, Βουκεφαλία, στη μνήμη του αλόγου του, που πέθανε εκεί, όχι επειδή πληγώθηκε στη μάχη, αλλά από την κούραση και τα χρόνια. Ο Βουκεφάλας ήταν κιόλας τριάντα χρόνων και εξαντλημένος. Είχε μοιραστεί με τον Αλέξανδρο πολλές δυσκολίες και είχε αντιμετωπίσει μαζί του πολλούς κινδύνους για πολλά χρόνια. Κανένας δεν είχε καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να τον ιππεύσει, εκτός από τον ίδιο τον Αλέξανδρο. Μεγαλύτερος από το φυσιολογικό και γεμάτος σφρίγος, είχε χαραγμένη επάνω του, σημάδι να τον διακρίνει, μια κεφαλή βοδιού, και μερικοί πιστεύουν πως γι' αυτό τον ονόμασαν Βουκεφάλα. Άλλοι όμως λένε πως ήταν μαύρος και είχε στο μέτωπό του ένα σημάδι που έμοιαζε πολύ με κεφάλι βοδιού. Στη χώρα των Οξιανών, το άλογο εξαφανίστηκε και ο Αλέξανδρος απείλησε πως θα σκοτώσει όλους τους κατοίκους της αν δεν του φέρουν πίσω το άλογό του, με αποτέλεσμα να του επιστραφεί αμέσως. Τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη που είχε ο Αλέξανδρος στο άλογό του και τόσο μεγάλος ο φόβος που ενέπνεε στους βαρβάρους». Σύμφωνα με άλλες πηγές (Διόδωρος) ο Βουκεφάλας σκοτώθηκε κατά την μάχη.

Η διάσπαση της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου προκάλεσε μία αποκλιμάκωση στην εξελικτική πορεία του Ελληνικού Ιππικού ως Όπλου κρούσης. Από όλα τα Ελληνιστικά κράτη, μόνο το Σελευκιδικό και εκείνα της Βακτρίας και της Ινδικής διέθεταν αξιόλογο Ιππικό κρούσης. Οι Κατάφρακτοι του Σελευκιδικού στρατού, πολεμούσαν σε πυκνούς σφηνοειδείς σχηματισμούς, οπλισμένοι με μακριές λόγχες και έφεραν βαρύτατη θωράκιση τόσο οι ίδιοι όσο και οι Ίπποι τους. Οι δε βαρείς Ελληνοβάκτριοι Ιππείς έφεραν και τόξα, ως δευτερεύοντα οπλισμό, καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν την γειτονική απειλή των, φημισμένων Πάρθων Ιπποτοξοτών, αλλά και τις ορδές, των επίσης Ιπποτοξοτών, κεντρο-Ασιατών νομάδων. Στοιχεία Ιππικού κρούσης διέθεταν και τα ελληνιστικά βασίλεια του Ευξείνου Πόντου και της Κομμαγηνής, ενώ ολιγαρίθμους λογχοφόρους Ιππείς κρούσης παρέτασσαν το Βασίλειο της Περγάμου και εκείνο των Πτολεμαίων.

 

 

Στις αρχές του 2ου αι. π.Χ.Ε. και ενώ το Ιππικό των Ελλήνων (συμπεριλαμβανομένων των Μακεδόνων) είχε υποβαθμιστεί σε Όπλο υποστήριξης της φάλαγγας, μόνο η Αχαϊκή Συμπολιτεία, ήταν σε θέση να παρατάξει αξιόμαχο Ιππικό κρούσης, κατά τα πρότυπα του Ιππικού του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η εξαίρεση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά σε έναν εύπορο, μορφωμένο και δυναμικό άνδρα, τον Φιλοποίμενα του Κραύγιδος από την Μεγαλόπολη, που είχε διακριθεί, ως διοικητής Ιππικού, στην μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ.Ε. και ο οποίος αργότερα ανέλαβε καθήκοντα Ιππάρχου της Συμπολιτείας. Υπό την ηγεσία του, το Αχαϊκό Ιππικό, που, λόγω της αδράνειας και της ανικανότητας των προκατόχων του, είχε  περιέλθει σε παρακμή, αναδιοργανώθηκε και του επιβλήθηκε αυστηρή πειθαρχία. Σύντομα, το αναδιοργανωμένο Αχαϊκό Ιππικό απέδειξε την αξία του, κατανικώντας το Ιππικό των Ηλείων κατά την μάχη του ποταμού Λαρίσου, όπου ο ίδιος ο Φιλοποίμην σκότωσε σε μονομαχία τον αρχηγό των Ηλείων. Η αναμφισβήτητη φιλοπατρία, γενναιότητα και εντιμότητά του αναδεικνύουν τον 45ετή Φιλοποίμενα Στρατηγό, ανώτατο στρατιωτικό ηγέτη της Συμπολιτείας. Το 207 π.Χ.Ε. και ενώ η Ρώμη επιχειρεί να καταστεί ρυθμιστής των Ελληνικών πραγμάτων, στην μάχη της Μαντίνειας, ο Φιλοποίμην σκοτώνει σε μονομαχία τον τύραννο της Σπάρτης, Μαχανίδα, προστατευόμενο της Αιτωλικής Συμπολιτείας και των Ρωμαίων.

Έκτοτε, ο Φιλοποίμην αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για να αποτρέψει την ολοκληρωτική επιβολή της Ρώμης στην Ελλάδα, όταν ακόμα και αυτοί οι απόγονοι του Λυκούργου και του Λεωνίδα είχαν ζητήσει  να τεθεί η πόλη τους υπό την προστασία της Ρώμης! Το 184 π.Χ.Ε. ο Δεινοκράτης, φίλος των Ρωμαίων, υποκίνησε ανταρσία κατά της Συμπολιτείας, την οποία ο Φιλοποίμην, αν και γέρος πλέον (σχεδόν 70 ετών) και ασθενής, έσπευσε να καταστείλει, ακολουθούμενος από λίγους νεαρούς Ιππείς, γόνους των αριστοκρατικότερων οικογενειών της Μεγαλόπολης, που προσφέρθηκαν εθελοντικά για να πολεμήσουν στο πλευρό του ενδόξου Στρατηγού. Ο ίδιος ο Φιλοποίμην πολέμησε έφιππος, επικεφαλής των ολιγαρίθμων Ιππέων του, τρέποντας, κατ’ αρχήν, σε φυγή τους στασιαστές, αλλά, εν συνεχεία, αντιμετωπίζοντας την πίεση υπεραρίθμων εχθρών, διέταξε κατ’ επανάληψη τους άνδρες του να υποχωρήσουν, καθώς εκείνοι δίσταζαν να πειθαρχήσουν, βλέποντας ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τους ακολουθήσει. Όταν πλέον οι νεαροί συμπολεμιστές του είχαν διαφύγει, ο γέρων Στρατηγός, κατάκοπος, έπεσε από το άλογο του και αιχμαλωτίστηκε. Οδηγήθηκε στην Μεσσήνη, όπου και υπεβλήθη σε βασανιστήρια από τον Δεινοκράτη και τους οπαδούς του. Τον έκλεισαν, φρουρούμενο, σε ένα κτήριο χωρίς παράθυρα και το ίδιο βράδυ τον θανάτωσαν με κώνειο. Έτσι τερμάτισε τις ημέρες του ο Φιλοποίμην, τον οποίο δικαίως οι Ρωμαίοι αποκάλεσαν «ο τελευταίος Έλλην», ενώ, επίσης δικαίως, αποκαλούσαν ειρωνικά τους υπολοίπους Έλληνες της εποχής «Γραικύλους», θεωρώντας τους αθλίους απογόνους ενδόξων προγόνων.

Συνεχίζεται.

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Ομήρου: ΙΛΙΑΣ

Ηροδότου: ΙΣΤΟΡΙΑ

Θουκυδίδου: ΙΣΤΟΡΙΑΙ

Ξενοφώντος: ΙΠΠΑΡΧΙΚΟΣ

Ξενοφώντος: ΠΕΡΙ ΙΠΠΙΚΗΣ

Ξενοφώντος: ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

Αρριανού: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

Ασκληπιοδότου: ΤΕΧΝΗ ΤΑΚΤΙΚΗ

Αιλιανού: ΤΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Πολυαίνου: ΣΤΡΑΤΗΓΗΜΑΤΑ

Παυσανίου: ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

Πλουτάρχου: ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

Πολυβίου: ΙΣΤΟΡΙΑΙ

Διόδωρου Σικελιώτου: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ